Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

The Wahabists at the Doorstep of Turkey

Οι Ουαχαβίτες στο κατώφλι της Τουρκίας

Καθημερινή, 31/7/2013

Δρ. Ευάγγελος Βενέτης,
Υπεύθυνος Ερευνητικού Προγράμματος Μέσης Ανατολής - ΕΛΙΑΜΕΠ

*Συγγραφέας του Ο Ελληνισμός στο Σύγχρονο Ιράν (1837-2010), Αθήνα 2011.ISBN: 978-960-7498-85-1.


Μία σειρά χτυπημάτων εναντίον τουρκικών στόχων στην Μέση Ανατολή (αγωγός στο Β. Ιράκ) και την Αφρική (τουρκική πρεσβεία στην Σομαλία) κατά την τελευταία εβδομάδα εγείρει ερωτήματα για τα αίτια και τους πρωταγωνιστές. Το κύριο αίτιο αναζητείται στο ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν το τουρκικό ισλάμ και το Ισλάμ της αραβικής χερσονήσου στο σουνιτικό κόσμο.
Η αποσταθεροποίηση της Συρίας λόγω του εκτεταμένου χρονικά και γεωγραφικά εμφυλίου πολέμου πάντοτε ανησυχούσε την κάθε εμπλεκόμενη πλευρά. Από ό,τι φαίνεται οι εν λόγω ανησυχίες αποδεικνύονται βάσιμες, καθώς έχει αυξηθεί ο αριθμός και η επιρροή των διαφόρων σουνιτικών ουαχαβιτικών (σαλαφιστικών) ισλαμιστικών ομάδων, όπως της Νόσρα, στις τάξεις της συριακής αντιπολίτευσης οι οποίες αντιμάχονται τόσο τον Αλεβίτη πρόεδρο της Συρίας Ασσάντ και τους γεωπολιτικούς υποστηρικτές του όσο και άλλες ομάδες με τις οποίες μέχρι τώρα οι Ουαχαβίτες μουτζαχεντίν (άλλως “μαχητές υπέρ πίστης”) έχουν συμμαχήσει. Η τελευταία εξέλιξη έχει ανησυχήσει αρκετά την Δύση και την Τουρκία, καθώς θέτει εν αμφιβόλω την συνοχή της συριακής αντιπολίτευσης τόσο στρατιωτικά όσο και πολιτικά σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για το μέλλον του συριακού εμφυλίου. Παράλληλα η παρουσία ουαχαβιτικών ομάδων στα τουρκο-συριακά σύνορα ανησυχεί την Άγκυρα για εσωτερικούς της λόγους.
            Ακριβώς την κρισιμότητα της τρέχουσας περιόδου φαίνεται ότι εκμεταλλεύονται οι Ουαχαβίτες μουτζαχεντίν οι οποίοι, θεωρώντας ότι η μέχρι τώρα στρατηγική της συριακής αντιπολίτευσης έχει αποτύχει, προσπαθούν να την θέσουν σε νέες επιχειρησιακές βάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο ο ρόλος των φιλελεύθερων δημοκρατικών και μετριοπαθών Ισλαμιστών που στηρίζει η Τουρκία στη Συρία βρίσκει αντίθετους τους Ουαχαβίτες. Ο λόγος για την εν λόγω αντίθεση δεν είναι μόνο πρακτικός-επιχειρησιακός αλλά και θρησκευτικός, καθώς υπάρχει ένα ιδεολογικό χάσμα το οποίο χωρίζει το ζηλωτικό Ουαχαβιτικό Ισλάμ της αραβικής χερσονήσου από το μετριοπαθές Ισλάμ της Τουρκίας.
            Από ό,τι φαίνεται οι μέχρι τώρα σύμμαχοι στο πλαίσιο της συριακής αντιπολίτευσης βρίσκονται, ιδιαίτερα μετά την μάχη στην Κουσέιρ τον περασμένο Μάιο, στο πρώιμο στάδιο μίας διαμάχης της οποίας τα χρονικά και γεωγραφικά όρια δεν είναι ορατά. Κατ’ αυτό τον τρόπο εξηγούνται τα χτυπήματα εναντίον του αγωγού Μοσούλης-Τσεϊχάν και στο Μογκαντίσου. Το κύριο θέατρο όμως του εν λόγω ανταγωνισμού είναι η Συρία και οι τάξεις της συριακής αντιπολίτευσης. Η Άγκυρα θεωρεί το εν λόγω θέμα υψίστης ασφαλείας για εκείνη, καθώς σε περίπτωση που ισχυροποιηθούν τα ουαχαβιτικά δίκτυα στο κατώφλι της, δεν θα αργήσουν να το διαβούν και επιχειρησιακά με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εικόνα του μετριοπαθούς και σηγκριτικού Ισλάμ στην Τουρκία καθώς και την ασφάλειά της. Αναμένονται εξελίξεις…





Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

The Social Media and the Coup d'etat in Egypt

Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης στο πραξικόπημα της Αιγύπτου

Καθημερινή, 25/7/2013

Δρ. Ευάγγελος Βενέτης,
Υπεύθυνος Ερευνητικού Προγράμματος Μέσης Ανατολής - ΕΛΙΑΜΕΠ

*Συγγραφέας του Ο Ελληνισμός στο Σύγχρονο Ιράν (1837-2010), Αθήνα 2011.ISBN: 978-960-7498-85-1.



Κατά την επανάσταση του 2011, η Ισλαμική Αδελφότητα είχε σημαντικό ρόλο στην κινητοποίηση των υποστηρικτών της, με τη χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ) και όχι μόνο. Ωστόσο, ήταν η εκκοσμικευμένη μερίδα του πληθυσμού που είχε το προβάδισμα αρχικά σε αυτή την διαδικασία, επειδή οι εκκοσμικευμένοι ήταν περισσότερο εξοικειωμένοι με την τεχνολογία αυτή ως μέσο για την οργάνωση των διαδηλώσεων. Οι ισλαμιστές ήταν αρκετά γρήγοροι στην εκμάθηση της χρήσης αυτής της τεχνολογίας μέσω της παρατήρησης. Στη συνέχεια έδρασαν γρήγορα και έλαβαν το δικό τους μερίδιο στην επανάσταση. Στο πραξικόπημα κατά του Μόρσι όμως δεν ήταν σε θέση να εξισορροπήσουν την δράση του εκκομισκευμένου κινήματος “Ταμαρόντ.”
Ο πρωτοφανής ρόλος των ΜΚΔ στην πολιτική άνοιξη της Αιγύπτου δεν πέρασε απαρατήρητος από τον στρατό της χώρας. Μετά την πτώση του Μουμπάρακ, σημαίνονται στελέχη του στρατού άρχισαν να διερευνούν την χρήση των ΜΚΔ ως ένα πολιτικό εργαλείο με πολλαπλή χρήση. Ο στόχος τους ήταν και είναι να χρησιμοποιήσουν πολλαπλά αυτόν τον σύγχρονο τρόπο επικοινωνίας με στόχο τα  πολιτικά οφέλη.
Προφανώς στο πλαίσιο των ΜΚΔ ο στρατός με διάφορες πολιτικές ομάδες έχουν δημιουργήσει περισσότερα δίκτυα για να επηρεάσουν την κοινή γνώμη. Τα δίκτυα αυτά στοχεύουν στην ενίσχυση της κινητοποίησης και του ηθικού του εκκοσμικευμένου πληθυσμού της χώρας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τυχόν παρόμοιες προσπάθειες από την Ισλαμική Αδελφότητα.
Σήμερα διάφορες συνδεόμενες ομάδες με το ίδιο μέσο, δηλ. τα ΜΚΔ, που έριξαν τον Μουμπάρακ έπαιξαν παρόμοιο και πιο ασαφή ρόλο στην πτώση του Μόρσι με την προώθηση της αβεβαιότητας, κυκλοφορώντας ανεπιβεβαίωτες  πληροφορίες με στόχο την υποκίνηση της βίας. Το αποτέλεσμα είναι αξιοσημείωτο, επειδή ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να ελέγξει και να εξακριβώσει την αξιοπιστία των πληροφοριών για κάτι που δεν λαμβάνει χώρα εμπρός του. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο ρόλος των ΜΚΔ είναι τώρα πιο καταστροφικός, προκαλώντας την οργή και το μίσος με τη διάδοση αβάσιμων συχνά φημών. Τα ΜΚΔ δίνουν τη δυνατότητα δημόσιας συζήτησης σε τακτική βάση. Για παράδειγμα, το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο της Αιγύπτου χρησιμοποιεί το Φέις Μπουκ για να εκδώσει επίσημες δηλώσεις.
Ο αμφίβολος και αναξιόπιστος ρόλος των ΜΚΔ στην Αίγυπτο σήμερα είναι αποτέλεσμα δύο κυρίως χαρακτηριστικών αυτής της τεχνολογίας σε απευθείας σύνδεση: της ανωνυμίας και της ανεπάρκειας επαλήθευση της κυκλοφορούσης πληροφορίας. Κάθε κόμμα ή άτομο μπορεί να δημιουργήσει ανακριβείς εντυπώσεις σχετικά με ένα γεγονός που έλαβε χώρα ή μη. Αυτή η κατάσταση αποτελεί απειλή για την ασφάλεια της κοινωνίας και την πολιτική σταθερότητα της χώρας, ιδίως όσον αφορά τις προοπτικές εκδημοκρατισμού της Αιγύπτου.

Η αβεβαιότητα των πολιτικών στόχων και των μέσων των ΜΚΔ σχετικά με την ασφάλεια της κοινωνίας και της χώρας δημιουργεί την εντύπωση ότι έχει επικρατήσει η αόρατη και αρνητική τους χρήση. Προφανώς ο στρατός έχει βρει ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για τον έλεγχο της επικοινωνίας και των πληροφοριών της χώρας, προκειμένου να ελέγξει και να κατευθύνει την κοινή γνώμη βάσει των επιθυμιών του στρατιωτικού καθεστώτος. Σε αυτή τη διαδικασία οι ισλαμιστές αναμένεται να γίνουν πιο δραστήριοι, προκειμένου να αντισταθμίσουν τον τακτικό πλεονέκτημα του στρατού. Όσο για τους χρήστες των ΜΚΔ, καλούνται να ασκήσουν την κρίση τους περαιτέρω προκειμένου να αποφευχθεί η εν αγνοία τους θυματοποίησή τους από τη χρήση αυτού που θεωρούν ότι είναι ένα «καλό» μέσο επικοινωνίας.

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

The Strategic Defeat of the U.S. and the Taliban in Afghanistan

“Μία τρύπα στο νερό:”
Η στρατηγική ήττα των ΗΠΑ και η ανορθόδοξη συνδιαλλαγή με τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν

Καθημερινή, 18/7/2013

Δρ. Ευάγγελος Βενέτης,
Υπεύθυνος Ερευνητικού Πρόγραμματος Μέσης Ανατολής - ΕΛΙΑΜΕΠ


“Είναι εύκολο να κατακτάς μια χώρα από τη σέλα του αλόγου, αλλά δεν μπορείς να την κυβερνήσεις από την σέλα.” Αυτή ήταν η απάντηση ενός Ιρανού αριστοκράτη στον Μογγόλο κατακτητή Τζέγκις Χαν (13ος αι.), παραφράζοντας ένα μογγολικό ρητό που αναπαράγεται στην περσιστί παγκόσμια ιστορία του Ιρανοεβραίου ιστορικού Ρασίντ Αλ-Ντιν Χαμεντανί (1247-1318). Πράγματι η κατάκτηση είναι ευκολότερη και συντομότερη από την διοίκηση. Αυτό ισχύει για κάθε ιστορικό παράδειγμα, συμπεριλαμβανομένου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος δυσκολεύτηκε αφάνταστα στο Αφγανιστάν. Σήμερα, παρά τα τεράστια άλματα της στρατιωτικής τεχνολογίας, οι ΗΠΑ δεν αποτελούν εξαίρεση στον κανόνα της ιστορίας.
            Η εκστρατεία στο Αφγανιστάν έχει αποδείξει ότι η στρατιωτική τεχνολογική υπεροχή δεν είναι αρκετή για ένα στρατό να αντιπαρέλθει τις αντιξοότητες και ιδιαιτερότητες του ορεινού περιβάλλοντος του Αφγανιστάν. Αφενός το ΝΑΤΟ ελέγχει τις πόλεις και μερικώς τον κάμπο και ο Μπιν Λάντεν αποτελεί παρελθόν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ελέγχει τα δυσπρόσιτα βουνά της χώρας. Καταδρομικές επιχειρήσεις σε ορεινές βάσεις των Ταλιμπάν δεν αλλάζουν κάτι, διότι είναι πρόσκαιρες και ανεπαρκείς. Παράλληλα το ανθεκτικό ηθικό και φρόνημα των Ταλιμπάν ενισχύεται, όσο οι ΗΠΑ παραμένουν καθηλωμένες στον κάμπο. Ο Ντέιβιντ Πετρέους δεν κατάφερε κάτι ουσιώδες στο Αφγανιστάν, διότι είναι στρατηγικό και επιχειρησιακό περιβάλλον διαφορετικό από εκείνο του Ιράκ, όπου είχε διαπρέψει.
            Παρά τα μερικής εμβέλειας επιτεύγματα στον τομέα της εκπαίδευσης, εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο μικρής έκτασης επίπλαστο αστικό περιβάλλον και τον κατά συνθήκη εκσυγχρονισμό του αφγανικού στρατού, οι ΗΠΑ δεν κατόρθωσαν να βελτιώσουν την θλιβερή κατάσταση στην δημόσια διοίκηση, την διαφθορά σε όλους τους τομείς, την παραγωγή και εμπόριο ναρκωτικών κλπ. Παράλληλα με τον πόλεμο του 2001 επέτειναν την αποσταθεροποίηση της χώρας και εν μέρει του γειτονικού Πακιστάν με συνέπεια την όξυνση της λαθρομετανάστευσης Αφγανών σε γειτονικά κράτη και την ΕΕ. Οι προσπάθειες αυτές δεν πέτυχαν, διότι οι ΗΠΑ και δυτικές δυνάμεις είναι πολιτιστικά ξένο σώμα στον τόπο και δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν επαρκείς δομές για να διεισδύσουν πολιτιστικά στην αφγανική φυλαρχική κοινωνία. Δεν αναμενόταν κάτι τέτοιο άλλωστε από τους πραγματιστές αναλυτές των ΗΠΑ. Η γνώμη τους όμως δεν εισακουόταν, καθώς ο θόρυβος της πτώσης των δίδυμων πύργων το 2011 ήταν εκκωφαντικός με το γόητρο των ΗΠΑ πληγέν και την μνήμη των θυμάτών να απαιτεί άμεση δράση κατά της τρομοκρατίας.
Παράλληλα το κόστος πολέμου για την Ουάσινγκτον καθιστά πλέον απαγορευτική ακόμη και την μεσοπρόθεσμη παραμονή των αμερικανικών στρατευμάτων στην χώρα. Με δεδομένο ότι κάθε Αμερικανός στρατιώτης κοστίζει στην Ουάσινγκτον ένα εκατομμύριο δολάρια ετησίως και ότι κάθε μήνα το Πεντάγωνο δαπανεί 6.7 δισ. στο Αφγανιστάν σε περίοδο διεθνούς οικονομικής ύφεσης, είναι κατανοητό ότι η δήλωση του μακαρίτη Μπιν Λάντεν ότι η Αλ-Κάιντα θα γονάτιζε οικονομικά τις ΗΠΑ προφανώς τείνει να αποδειχθεί διορατική. Η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν είναι πλέον πανάκριβη και μη διαχειρίσιμη.

            Εν όψει της επικείμενης αποχώρησης των ΗΠΑ και Νατοϊκών δυνάμεων από το Αφγανιστάν ως το τέλος του 2014, η Ουάσινγκτον προσπαθεί να επιτύχει την μέγιστη δυνατή σύγκλιση των αντιπαρατιθέμενων αφγανικών δυνάμεων για να αποτρέψει το ενδεχόμενο κατάρρευσης της χώρας μετά το 2014. Σε αυτό το πλαίσιο έχει προσεγγίσει τους Ταλιμπάν και προσπαθεί να τους φέρει στο τραπέζι των συνομιλιών. Εξ’ου και το άνοιγμα των γραφείων των Ταλιμπάν στην Ντόχα. Ποιος θα φανταζόταν, ιδιαίτερα οι συγγενείς των θυμάτων των Πύργων, ότι μία δεκαετία μετά από το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου το ίδιο κράτος που επλήγη και εκστράτευσε κατά των Ταλιμπάν, θα αναγνώριζε την αποτυχία της και θα τους νομιμοποιούσε τους θύτες καθιστώντας τους ισότιμους συνομιλητές. Με δεδομένη την κοσμοαντίληψη των Ταλιμπάν, οι τελευταίοι γνωρίζουν ότι είναι αδύνατον να επιτευχθεί ουσιαστική πρόοδος και η εν λόγω απέλπιδα αμερικανική προσπάθεια συνδιαλλαγής είναι απονενοημένη. Προφανώς “ο αναβάτης δεν κατέβηκε από την σέλα.” Παρά τις εναγώνιες προσπάθειες του προέδρου Ομπάμα, ο οποίος επιφορτίσθηκε να “βγάλει το φίδι από την τρύπα,” η ιστορία επαναλαμβάνεται και η αμερικανική αποχώρηση το 2014 αναμένεται να είναι επανάληψη της αποχώρησης των Σοβιετικών το 1988-9 από το Αφγανιστάν. Και η αποχώρηση στρατηγικά είναι υποχώρηση...

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Πραξικόπημα στην Αίγυπτο: η αρχή του τέλους της Αραβικής Άνοιξης;

Καθημερινή, 2/7/2013

Δρ. Ευάγγελος Βενέτης, ΕΛΙΑΜΕΠ

Η εν εξελίξει πραξικοπηματική παρέμβαση του στρατού στα πολιτικά πράγματα της Αιγύπτου σημαίνει την κατάλυση των όποιων δημοκρατικών κατακτήσεων έλαβαν χώρα μετά την πτώση Μουμπάρακ στην χώρα. Παράλληλα φέρνει στην επιφάνεια τα επιχειρήματα των σκεπτικιστών της Αραβικής Άνοιξης για την προοπτική εκδημοκρατικοποίησης όχι μόνο της Αιγύπτου αλλά και άλλων αραβικών χωρών.
Η ηγεσία του Αιγυπτιακού στρατού παρεμβαίνει εν ονόματι της ακεραιότητας και εσωτερικής ασφάλειας της χώρας. Όντως είναι επιτακτική η εξεύρεση λύσης, καθώς η Αίγυπτος εδώ και μήνες έχει μία παραπαίουσα οικονομία και την κοινωνικο-οικονομική της βάση σε αδράνεια. Στην πράξη ο στρατός φοβάται την πολιτική ενίσχυση των Ισλαμιστών. Τίς πταίει;
Η εν λόγω κατάσταση είναι το αποτέλεσμα του εσωτερικού ανταγωνισμού μεταξύ του Προέδρου Μόρσι και της εκκοσμικευμένης ηγεσίας του στρατού και της δικαιοσύνηςμε τις φιλελεύθερες κοινωνικές δυνάμεις της χώρας να παρακολουθούν σε ρόλο δευτεραγωνιστή. Ας μην γελιόμαστε: ο Μόρσι, γνωρίζοντας ότι ο στρατός καλά κρατεί τα σκήπτρα της εξουσίας στην χώρας, δεν δέχθηκε να παίξει τον ρόλο του κομπάρσου που του ανέθεσε ο στρατός για την όσο πιο ομαλή μετάβαση της Αιγύπτου από την εποχή του Μουμπάρακ στην εποχή του μετριοπαθούς Ισλάμ, δηλ. μίας ισλαμικής ηγεσίας η οποία θα ελέγχεται από το στρατιωτικό κατεστημένο της χώρας. Ο Μόρσι είναι αποφασισμένος να αντιταχθεί ενεργά στον στρατό προκειμένου να μην καταστεί ένας περαστικός πρόεδρος στην ιστορία της χώρας και να δώσει το μήνυμα στους οπαδούς του για την ενεργό διεκδίκηση των πολιτικών κεκτημένων τους. Θεωρεί ότι η εποχή Μουμπάρακ έχει περάσει ανεπιστρεπτί και ο στρατός δεν είναι σε θέση να κλείσει στο σπίτι τους Ισλαμιστές.
Ο στρατός παρεμβαίνει για να σώσει την χώρα από το διχασμό αλλά με την πράξη του αυτή προωθεί τον διχασμό με στόχο την πολιτική, και κυρίως κοινωνική, ήττα των ισλαμιστών οι οποίοι προωθούν την ταχεία ισλαμοποίηση της πολιτικής και της κοινωνίας της χώρας. Η προοπτική ισλαμοποίησης της χώρας δεν πρέπει να αποτελεί αφορμή για κατάλυση των δημοκρατικών διαδικασιών αλλά εφαλτήριο για διάλογο μεταξύ ισλαμιστών και εκκοσμικευμένων μουσουλμάνων. Οι συνταγματικές επιταγές πρέπει να γίνονται σεβαστές και η πολιτική ζωή να αυτορρυθμίζεται.
Οι Ισλαμιστές αναμένεται να μην δεχθούν τετελεσμένα και την απώλεια της δημοκρατικής τους νίκης στις τελευταίες εκλογές. Η προσφυγή σε νέες κάλπες αποτελεί οξύμωρη και απατηλή προοπτική. Τις επόμενες ημέρες αναμένεται η έντονη κινητοποίηση των Ισλαμιστών στους δρόμους του Καΐρου και των μεγάλων πόλεων της χώρας. Η πολιτική ανυπακοή των Ισλαμιστών αναμένεται με ενδιαφέρον προκειμένου να διαφανεί η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ αυτών και των εκκοσμικευμένων στο στράτευμα.
Πώς θα αντιδράσει η στρατιωτική ιεραρχία της Αιγύπτου; Πώς θα αντιμετωπίσει ο στρατός το μεγάλο κύμα ισλαμιστών διαδηλωτών στους δρόμους; Θα είναι σε θέση η όποια στρατιωτική κυβέρνηση, με ή χωρίς τον Μπαραντέι, προκύψει να επιφέρει ηρεμία και σταθερότητα στην χώρα; Είναι εμφανές ότι η Αίγυπτος παραπαίει και θα συνεχίσει να αποσταθεροποιείται εσωτερικά για πολύ καιρό ακόμη, παρασύροντας και την ευρύτερη περιφερειακή γεωπολιτική ασφάλεια. Κακά τα ψέματα, η παρέμβαση του στρατού στην Αίγυπτο κατέδειξε για άλλη μία φορά ότι η αιγυπτιακή κοινωνία είναι βαθιά διχασμένη, και το κυριότερο ότι δεν είναι σε θέση να αυτορρυθμισθεί πολιτικά χωρίς την “βοήθεια” του στρατού. Η προοπτική της δημοκρατίας στην Αίγυπτο μόλις “πέταξε από το παράθυρο.”





Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Ταχρίρ και Τακσίμ: Η όξυνση της σύγκρουσης
μεταξύ Ισλάμ και εκκοσμίκευσης

Καθημερινή, 29/6/2013

Δρ. Ευάγγελος Βενέτης, ΕΛΙΑΜΕΠ


Συνήθως οι εποχές εναλλάσσονται αλλά η “Άνοιξη” των τελευταίων δύο ετών στον ισλαμικό κόσμο καλά κρατεί. Η χρονική εγγύτητα μεταξύ της πολιτικής κρίσης στην Τουρκία και την ανάφλεξη της εν εξελίξει εμφύλιας, πολιτικής προς το παρόν, αντιπαράθεσης στην Αίγυπτο καταδεικνύει ότι οι κατά κράτη μουσουλμανικές κοινωνίες είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Και οι ομοιότητες; Πολλές.
Δεν προκαλεί έκπληξη η σύγκρουση εκκοσμικευμένων και ισλαμιστών μουσουλμάνων στην Αίγυπτο. Είναι ένας ακόμη κρίκος στην αντιπαράθεση των δύο πλευρών για την κατάληψη της εξουσίας και τον πλήρη έλεγχο της χώρας. Και θα ακολουθήσουν άλλοι. Ο Ισλαμιστής Πρόεδρος Μόρσι έχει τεθεί σε τροχιά Έρντοαν χωρίς όμως να έχει κατορθώσει αυτό που επί σειρά ετών οι Τούρκοι ομοϊδεάτες του επεδίωκαν και επέτυχαν, δηλ. τον παραγκωνισμό του στρατού από τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Ο Μόρσι βρίσκεται από άποψη πολιτικών ισορροπιών με τον στρατό εκεί που βρισκόταν ο Τουργούτ Οζάλ στην Τουρκία, ίσως και παλαιότερα. Ωστόσο υπολείπεται ακόμη του Οζάλ σε μέθοδο λόγω της απειρίας του, απόρροια της ξαφνικής μεταβολής των πολιτικών πραγμάτων στην Αίγυπτο.
Στο Κάιρο ο Μόρσι προσπαθεί να προωθήσει το ισλαμικό πολιτικό του πρόγραμμα, προσπαθώντας να ισορροπήσει μεταξύ των ισλαμιστών διανοουμένων και ιερατείου αφενός, και του εκκοσμικευμένου, πλην στρατιωτικού, πολιτικού κατεστημένου. Οι τωρινές συγκρούσεις μεταξύ των δύο πλευρών στους δρόμους τος Καΐρου δείχνουν τόσο την πόλωση της αιγυπτιακής κοινωνίας όσο και την ανησυχία των εκκομισκευμένων Μουσουλμάνων για το μέλλον της χώρας, το οποίο ο Μόρσι το προδιαγράφει ισλαμικό. Και μάλιστα εργάζεται νυχθημερόν για να επιτύχει αρχικά την μείωση της επιρροής του στρατιωτικού κατεστημένου της Αιγύπτου, και κατόπιν την πλήρη εξάλειψη της από τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Όσο περισσότερο προσπαθεί, θα πρέπει να θυμάται ότι οι απότομες αλλαγές επιφέρουν απότομες αντιδράσεις, ιδιαίτερα με τον στρατό να εφορά.
Σε αυτή την διαδικασία, χρειάζεται ο Μόρσι περισσότερη εμπειρία, μετριοπάθεια, σύνεση και υπομονή, εάν θέλει να κρατήσει την αιγυπτιακή κοινωνία σε ισορροπία, χωρίς την απεμπόληση των ιδεολογικών του προσανατολισμών. Όπως και να ’χει όμως, η εμπειρία αποκτάται με τον χρόνο, και η γνώση με την πείρα. Εάν ο Μόρσι φερθεί μετριοπαθώς, η παρούσα κρίση θα καταλαγιάσει χωρίς δραματικά αποτελέσματα. Θα πρέπει να πάντοτε, όπως και ο Έρντοαν, να είναι σε θέση να βρίσκει την χρυσή τομή σε κάθε σημαντικό μετέωρο πολιτικό βήμα του στο τεντωμένο πολιτικό σχοινί της Αιγύπτου. Έχει δρόμο ακόμη να διανύσει, ελπίζοντας ότι το σχοινί θα αντέξει.
�ς αE � � � ��~ �]� εκτιμά ότι, όπως και στο παρελθόν, είναι θέμα χρόνου να στείλει τους Ισλαμιστές στα σπίτια τους. Η εν λόγω εκτίμηση δεν είναι άτοπη αλλά φαίνεται να παραγνωρίζει δύο παράγοντες: την αλλαγή της ψυχολογίας προς το θαρσύτερο που επέφερε η Αραβική Άνοιξη στις τάξεις των Ισλαμιστών και το ότι οι ισλαμιστές είναι πεπεισμένοι, και όχι αδικαιολόγητα, ότι αδικούνται κατάφορα τα συνταγματικά τους δικαιώματα λόγω του πραξικοπήματος. Πράγματι σήμερα ο μέσος Αιγύπτιος δεν είναι τόσο φοβισμένος όσο στο παρελθόν και διαδηλώνει ευκολότερα τις πολιτικές του θέσεις. Επιπρόσθετα σε ισλαμικό ιδεολογικό πλαίσιο ο θάνατος των Ισλαμιστών διαδηλωτών εκλαμβάνεται ως «μαρτύριο», κάτι το οποίο ενδυναμώνει την οργή και αποφασιστικότητά τους.

Απομένει να δούμε στην πράξη πόση αποφασιστικότητα διαθέτουν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι για συνέχιση της πολιτικής ανυπακοής, ιδίως μετά την όξυνση της στάσης του στρατού που αναμένεται τα επόμενα εικοσιτετράωρα. Εάν ο στρατός δεν επιτύχει την πτώση του ηθικού των Ισλαμιστών άμεσα, τότε ο χρόνος θα μετρά αντίστροφα για την κυβέρνηση Μανσούρ και υπέρ των Ισλαμιστών. Διότι ζητούμενο είναι η έγκαιρη διακοπή της παρατεταμένης αστάθειας της χώρας. Όσο ο στρατός δεν την διασφαλίζει, τόσο θα αυξάνεται η ανασφάλεια στις τάξεις του.






Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Η Αίγυπτος στο χείλος της Αβύσσου

Καθημερινή, 28/7/2013

Δρ. Ευάγγελος Βενέτης,
Υπεύθυνος Ερευνητικού Προγράμματος Μέσης Ανατολής - ΕΛΙΑΜΕΠ

*Συγγραφέας του Ο Ελληνισμός στο Σύγχρονο Ιράν (1837-2010), Αθήνα 2011.ISBN: 978-960-7498-85-1.

  
Αναμενόμενες ήταν οι εξελίξεις που συμβαίνουν στην Αίγυπτο μετά τον πραξικοπηματικό παραμερισμό του προέδρου Μοχάμμαντ Μόρσι από την ηγεσία της χώρας. Την στιγμή που οι υποκινούμενες από τον στρατό διαδηλώσεις στήριξης της παράνομης μεταβατικής κυβέρνησης Μανσούρ από μέρος της εκκοσμικευμένης μερίδας του πληθυσμού, η αντίδραση των Αδελφών Μουσουλμάνων μέχρι τώρα καθιστά σαφές ότι οι Ισλαμιστές έχουν σχεδιάσει και ακολουθούν την τακτική της πολιτικής ανυπακοής για να επιτύχουν την επαναφορά του Μόρσι στην εξουσία. Αντί να μειώνουν την αποφασιστικότητα των διαδηλωτών, οι αυξανόμενες δολοφονίες Ισλαμιστών διαδηλωτών από τις δυνάμεις καταστολής “ρίχνουν λάδι στην φωτιά.”
            Η πολιτική ανυπακοή είναι το μέσο το οποίο οι Ισλαμιστές μετέρχονται επί του παρόντος χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο κλιμάκωσης της βίας και του εξοπλισμού των Ισλαμιστών, ιδιαίτερα, εάν αυξηθούν τα θύματα στις τάξεις τους. Η ηγεσία των ισλαμιστών γνωρίζει ότι δεν είναι σε θέση τώρα να αναπτύξει ένοπλο αγώνα, καθώς δεν φαίνεται να διαθέτει ούτε τον εξοπλισμό ούτε την υποδομή-οργάνωση για κάτι τέτοιο. Αντίθετα η τακτική της πολιτικής ανυπακοής φαίνεται ότι πιο «οικονομικός» τρόπος να για διεκδικήσουν τους στόχους του.
Γνωρίζοντας ότι η χώρα βρίσκεται εδώ και δύο χρόνια σε οικτρή οικονομική κατάσταση, λόγω της πολιτικής αστάθειας της Αιγύπτου, κάθε μέρα που περνά με διαδήλωση συμβάλλει πολλαπλασιαστικά στην διόγκωση της οικονομικής κρίσης της χώρας. Κατά τους Ισλαμιστές δεν χρειάζονται όπλα για να αναγκάσουν σε συμβιβασμό τον στρατό. Το μόνο που χρειάζεται είναι βούληση, αποφασιστικότητα και επιμονή εκ μέρους τους για διαρκείς ειρηνικές διαδηλώσεις. Το παράδειγμα του Μπαχρέιν είναι ενδεικτικό για την επιρροή που ασκεί η παρατεταμένη πολιτική ανυπακοή σε ένα κράτος.
Ο στρατός, ελέγχοντας πλήρως, ή τουλάχιστον σε συντριπτικό βαθμό, τις δυνάμεις ασφαλείας εκτιμά ότι, όπως και στο παρελθόν, είναι θέμα χρόνου να στείλει τους Ισλαμιστές στα σπίτια τους. Η εν λόγω εκτίμηση δεν είναι άτοπη αλλά φαίνεται να παραγνωρίζει δύο παράγοντες: την αλλαγή της ψυχολογίας προς το θαρσύτερο που επέφερε η Αραβική Άνοιξη στις τάξεις των Ισλαμιστών και το ότι οι ισλαμιστές είναι πεπεισμένοι, και όχι αδικαιολόγητα, ότι αδικούνται κατάφορα τα συνταγματικά τους δικαιώματα λόγω του πραξικοπήματος. Πράγματι σήμερα ο μέσος Αιγύπτιος δεν είναι τόσο φοβισμένος όσο στο παρελθόν και διαδηλώνει ευκολότερα τις πολιτικές του θέσεις. Επιπρόσθετα σε ισλαμικό ιδεολογικό πλαίσιο ο θάνατος των Ισλαμιστών διαδηλωτών εκλαμβάνεται ως «μαρτύριο», κάτι το οποίο ενδυναμώνει την οργή και αποφασιστικότητά τους.
Απομένει να δούμε στην πράξη πόση αποφασιστικότητα διαθέτουν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι για συνέχιση της πολιτικής ανυπακοής, ιδίως μετά την όξυνση της στάσης του στρατού που αναμένεται τα επόμενα εικοσιτετράωρα. Εάν ο στρατός δεν επιτύχει την πτώση του ηθικού των Ισλαμιστών άμεσα, τότε ο χρόνος θα μετρά αντίστροφα για την κυβέρνηση Μανσούρ και υπέρ των Ισλαμιστών. Διότι ζητούμενο είναι η έγκαιρη διακοπή της παρατεταμένης αστάθειας της χώρας. Όσο ο στρατός δεν την διασφαλίζει, τόσο θα αυξάνεται η ανασφάλεια στις τάξεις του.






Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Ψυχογραφώντας τον “πατέρα” Έρντοαν
Απλός πολιτικός ή ιδεολογικός καθοδηγητής;

Καθημερινή, 20/6/2014

Δρ. Ευάγγελος Βενέτης, ΕΛΙΑΜΕΠ

Απόλυτος ή διαλεκτικός υπό όρους; Δικτάτορας ή κατατροπωτής του τουρκικού στρατιωτικού κατεστημένου; Οπισθοδρομικός και συντηρητικός ή προοδευτικός νεωτεριστής; Δεσποτικός ή δημοκράτης; Αναθεωρητής του πολιτικού Ισλάμ ή έμπιστος σύμμαχος της Δύσης; Τελικά τί από όλα αυτά είναι ο Ταγίπ Ρετζέπ Έρντοαν;
            Το ανωτέρω ερώτημα και τα εννοιολογικά ζεύγη έχουν προκύψει και απασχολούν ιδιαίτερα την τουρκική και διεθνή κοινή γνώμη μετά την διαχείριση από τον Έρντοαν της πολιτικής κρίσης που προκάλεσαν οι διαδηλώσεις μερίδας των εκκοσμικευμένων Τούρκων στην πλατεία Ταξίμ. Η στιβαρότητα, σταθερότητα αλλά και αυτοέλεγχος με τον οποίο αντιμετώπισε την πρόσφατη πολιτική κρίση ο Τούρκος πρωθυπουργός αντανακλά την προσωπική του κοσμοαντίληψη αλλά και ιδεολογική κλίση του για το μέλλον της τουρκικής κοινωνίας.
Τα διεθνή ΜΜΕ και ο πολιτικός κόσμος στη Δύση εκφράσθηκαν αρνητικά για το ισλαμικό και δεσποτικό προφίλ που προωθεί ο Τούρκος πρωθυπουργός. Χαρακτηριστικές είναι οι γελοιογραφίες σε διεθνή περιοδικά και εφημερίδες που τον παρουσιάζουν ως καθήμενο Σουλτάνο, τίτλο που προ μηνών του έχει προσδώσει σαρκαστικά ο Μπασάρ αλ Ασσάντ.
Ο παρεμβατισμός του προς το ισλαμικότερο σε θέματα καθημερινότητας και εν πολλοίς προσωπικού βίου των Τούρκων πολιτών προκάλεσε την οργή των μετριοπαθών Μουσουλμάνων Τούρκων, και ιδιαίτερα της δυτικίζουσας νεολαίας. Ο σαρκασμός με τον οποίο η τελευταία χαρακτήριζε ως “πατέρα” της τον Έρντοαν, έναν “πατέρα” τον οποίο πρέπει να ρωτά για το κάθετί που θέλει να πράξει καταδεικνύει το ιδεολογικό πνευματικό χάσμα που χωρίζει σήμερα το εκκοσμικευμένο τμήμα της τουρκικής κοινωνίας όχι μόνο από τον Πρωθυπουργό αλλά και από το έτερον ήμισυ του μουσουλμανικού πληθυσμού της χώρας. Είναι και, αν ναι, τί είδους “πατέρας”, λοιπόν, ο Έρντοαν;
Προφανώς στη Δύση σκεπτόμενοι με όρους ορθής και ψυχρής λογικής της πολιτικής φιλοσοφίας των τελευταίων δύο αιώνων δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε πλήρως την πολιτική σκέψη και δράση του Έρντοαν. Διότι ο Έρντοαν δεν σκέπτεται μόνο λογικά. Σκέπτεται, εξίσου ή ακόμη και κυρίως, μεταφυσικά και ισλαμικά. Δεν θεωρεί τον εαυτό του μόνο ως απλό εκφραστή την λαϊκής βούλησης αλλά κυρίως ως έναν ευσεβή μουσουλμάνο ηγέτη που έχει ηθικό, ίσως άνωθεν, χρέος να επαναφέρει την τουρκική κοινωνία στον ορθό δρόμο του Θεού, έναν δρόμο από τον οποίο η Τουρκία παρεκτράπη κατά τον τελευταίο αιώνα. Για να επιτύχει κάτι τέτοιο, απώτερος σκοπός του δεν μπορεί παρά να είναι η επικράτηση του ιερού νόμου του Ισλάμ, βασική προϋπόθεση για την έλευση της επί γης Θείας Τάξης ως πύλης για την αιώνια ζωή, σύμφωνα με το Ισλάμ.

Σκεπτόμενος με αυτό τον τρόπο ο Έρντοαν, έχει δηλώσει εδώ και χρόνια ότι είναι αποφασισμένος να προβεί σε κάθε θυσία, ακόμη και την μέγιστη, για να επιτύχει στην πολιτική υλοποίηση των πνευματικών του στόχων, “φορώντας το λευκό του σάβανο,” όπως έχει ο ίδιος δηλώσει προ καιρού. Όντως ο Έρντοαν βλέπει τον εαυτό του ως “πατέρα” της τουρκικής κοινωνίας (κατ’αντίστροφη αναλογία με τον Μουσταφά Κεμάλ), έναν πατέρα με δύο παιδιά. Αφενός χαϊδεύει το ένα, δηλ. το υπάκουο μουσουλμανικό τμήμα των Τούρκων, αφετέρου νουθετεί το άλλο του παιδί, την εκκομισκευμένη μερίδα, για να το επαναφέρει στο “σωστό δρόμο.” Τελικά ο Έρντοαν δεν βλέπει τον εαυτό του ως απλό πολιτικό διαχειριστή αλλά ως διαμορφωτή του μέλλοντος της τουρκικής κοινωνίας και σε υλικό και σε πνευματικό επίπεδο. Ασφαλώς το σύγχρονο δυτικό πολιτικό μυαλό δεν συμφωνεί, και ίσως δεν κατανοεί ουσιαστικά, μια τέτοια μεταφυσική προσέγγιση. Καλείται όμως να την σκεφθεί για να την ερμηνεύσει, όπως και στην περίπτωση της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν.